Μαγνόλια x soulangeana, γνωστή και ως «τουλίπα μαγνόλια» ή «μαγνόλια πιατέλα», είναι ένας διακοσμητικός θάμνος ή δέντρο υβρίδιο από την οικογένεια Magnoliaceae, φημισμένη για τα μεγάλα, εντυπωσιακά άνθη της και την κομψή εμφάνισή της. Αυτό το υβρίδιο, αποτέλεσμα της διασταύρωσης μεταξύ Magnolia denudata και Magnolia liliiflora, είναι ένα από τα πιο δημοφιλή είδη μαγνόλιας που καλλιεργούνται σε κήπους λόγω της εντυπωσιακής ανθοφορίας και της προσαρμοστικότητάς του.
Εμφάνιση των ανθέων
-
Σχήμα: Τα άνθη είναι μεγάλα, σε σχήμα κυπέλλου ή τουλίπας, με σαρκώδη πέταλα τοποθετημένα σε στρώσεις, με διάμετρο 10-20 εκ.. Ανοίγουν πλήρως σε σχήμα πιάτου (από όπου και το όνομα «μαγνόλια πιατέλα»).
-
Χρώμα: Διαφέρουν σε αποχρώσεις του καθαρού λευκού, απαλού ροζ και έντονου πορφυρού, με το εσωτερικό των πετάλων συχνά πιο λευκό και το εξωτερικό πιο χρωματιστό, δημιουργώντας δίχρωμο αποτέλεσμα. Ορισμένες ποικιλίες (π.χ. 'Lennei') έχουν πιο σκούρες αποχρώσεις πορφυρού.
-
Άρωμα: Εκπέμπει ένα λεπτό, ανθικό άρωμα, μερικές φορές με νότες εσπεριδοειδών, που προσθέτει επιπλέον γοητεία στον κήπο.
-
Περίοδος ανθοφορίας: Ανθίζει νωρίς την άνοιξη, τον Μάρτιο-Απρίλιο, πριν εμφανιστούν τα φύλλα, προσφέροντας ένα εντυπωσιακό οπτικό θέαμα. Η ανθοφορία διαρκεί 2-3 εβδομάδες, αλλά μπορεί να επηρεαστεί από όψιμους παγετούς.
Χαρακτηριστικά ανάπτυξης
-
Ύψος: Αναπτύσσεται ως μεγάλος θάμνος ή μικρό δέντρο, φτάνοντας τα 4-8 μέτρα ύψος και πλάτος 4-6 μέτρα, με στρογγυλή ή εκτεταμένη κόμη.
-
Φύλλωμα: Τα φύλλα είναι ωοειδή, σκούρου πράσινου χρώματος, μήκους 10-15 εκ., με γυαλιστερή υφή. Πέφτουν το φθινόπωρο, αφού αποκτήσουν μερικές φορές κίτρινες αποχρώσεις.
-
Ζωτικότητα: Έχει μέτρια ανάπτυξη, σχηματίζοντας διακλαδωμένη δομή, συχνά με χαμηλά κλαδιά που δίνουν γραφική όψη.
Συνθήκες ανάπτυξης
-
Έκθεση: Προτιμά πλήρη ήλιο ή ελαφριά ημισκιά, με προστασία από δυνατούς ανέμους που μπορεί να βλάψουν τα άνθη.
-
Έδαφος: Απαιτεί γόνιμο, καλά στραγγιζόμενο έδαφος, με ελαφρώς όξινο έως ουδέτερο pH (5,5-7). Τα αργιλώδη ή πηλώδη εδάφη πλούσια σε οργανική ουσία είναι ιδανικά.
-
Πότισμα: Χρειάζεται τακτικό πότισμα, ειδικά τα πρώτα χρόνια και σε ξηρές περιόδους, αλλά δεν αντέχει τα υπερβολικά υγρά εδάφη.
-
Κλάδεμα: Το κλάδεμα είναι ελάχιστο, γίνεται μετά την ανθοφορία (Απρίλιος-Μάιος) για να αφαιρεθούν ξερά κλαδιά ή να διαμορφωθεί το σχήμα. Το έντονο κλάδεμα μπορεί να μειώσει την επόμενη ανθοφορία.
Φροντίδα και ανθεκτικότητα
-
Ανθεκτικότητα: Αντέχει σε θερμοκρασίες έως -20°C έως -25°C (ζώνες USDA 4-9), αλλά τα άνθη είναι ευαίσθητα σε όψιμους παγετούς της άνοιξης που μπορεί να σκουρύνουν τα πέταλα. Σε ψυχρότερα κλίματα συνιστάται φύτευση σε προστατευμένο μέρος.
-
Λίπανση: Η εφαρμογή ισορροπημένου λιπάσματος την άνοιξη υποστηρίζει την ανάπτυξη και την ανθοφορία. Αποφύγετε την υπερβολική χρήση αζώτου που ευνοεί τα φύλλα εις βάρος των ανθέων.
-
Εχθροί και ασθένειες: Μπορεί να προσβληθεί από αφίδες, κοκκοειδή ή ωίδιο, αλλά γενικά είναι ανθεκτική αν αερίζεται καλά και δεν ποτίζεται υπερβολικά.
Μαγνόλια x soulangeana είναι ιδανική ως μοναχικό φυτό σε κήπους, γκαζόν ή πάρκα, όπου τα άνθη της μπορούν να θαυμαστούν σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια. Ταιριάζει επίσης σε μικρές ομάδες ή ως φόντο για άλλα πολυετή φυτά. Συνδυάζεται όμορφα με αζαλέες, ροδόδενδρα ή νάνους κωνοφόρους, δημιουργώντας αρμονικό τοπίο. Λόγω του μεγέθους της, είναι κατάλληλη για μεσαίους έως μεγάλους χώρους.
Καταγωγή
Μαγνόλια x soulangeana δημιουργήθηκε το 1820 από τον Étienne Soulange-Bodin, έναν Γάλλο αξιωματικό ιππικού και κηπουρό, στο κάστρο του στο Fromont της Γαλλίας. Το υβρίδιο προέκυψε από τη διασταύρωση της Magnolia denudata (καταγωγή από την Κίνα, με λευκά άνθη) και της Magnolia liliiflora (επίσης από την Κίνα, με πορφυρά άνθη). Εισήχθη στην κηπουρική τον 19ο αιώνα και έγινε γρήγορα δημοφιλής στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική λόγω των εντυπωσιακών ανθέων και της προσαρμοστικότητάς της. Με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκαν πολλές ποικιλίες (π.χ. 'Alba', 'Lennei', 'Rustica Rubra'), η κάθε μία με διαφοροποιήσεις στο χρώμα και το μέγεθος.
Ύψος με γλάστρα: 50-70 εκ. (διαφέρει ανάλογα με το παρτίδα και την εποχή)
Το επίπεδο διακλάδωσης διαφέρει από δείγμα σε δείγμα.